Ο δρ. Βασίλειος Νάσης ξεκίνησε από τη Θεσπρωτία και συνεχίζει στις ΗΠΑ ένα συναρπαστικό ταξίδι στον κόσμο του Ιντερνετ.

Tο Protagon μίλησε μαζί του με την ευκαιρία της επιστροφής του στην Ελλάδα για σειρά ομιλιών. Ιδού γιατί πιστεύει ότι η χώρα μας μπορεί να κάνει εύκολα το «μπαμ» στις νέες τεχνολογίες

Κλείστε τα μάτια και φανταστείτε το: ο ένας στη Βομβάη, στην Ινδία. Ο άλλος στο Πίτσμπουργκ των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο τρίτος στην Αθήνα. Όλοι πάνω από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Όλοι με γνώσεις της νέας παγκόσμιας γλώσσας (που δεν απέχει ούτε η ίδια, ούτε η εκμάθησή της από τα αγγλικά, φερ’ ειπείν), του προγραμματισμού. Και όλοι (δια)συνδεμένοι σε ένα παγκόσμιο δίκτυο που είναι κάτι παραπάνω από το – απλό – Ιντερνετ. Με μικρές συνάψεις. Με hardware, ή αλλιώς με ένα γκάτζετ, που τους συνδέει άμεσα με ό,τι παγκόσμιο και δημιουργικό. Με όπλα την φαντασία, την ευφυΐα και την δημιουργικότητά τους. Όσο να πλάσουν σε πραγματικότητα το όνειρό τους ή μια ιδέα τους που μπορεί να οδηγεί στον επιχειρηματικό «χρυσό» μιας start-up εταιρίας ή, ακόμη και να δώσει λύση όχι μόνον σε κάτι δικό τους, αλλά να βοηθά στο δικό του όνειρο ή στη δική του ιδέα κάποιον άλλον ή άλλους, στην άλλη άκρη του κόσμου.

Τώρα, ανοίξτε τα μάτια και πολλαπλασιάστε αυτά τα τρία (δια)συνδεμένα ζευγάρια χέρια επί χιλιάδες ή και εκατομμύρια. Στο IoT, ή Internet of Things, ή Ιντερνετ των Πραγμάτων, όπου είναι συνδεδεμένοι αντίστοιχοι προγραμματιστές και εκατομμύρια αντικείμενα: από ρολόγια και ψυγεία μέχρι πιεσόμετρα και δείκτες μετρήσεων όλων των στοιχείων της ατμόσφαιρας ενός κτιρίου ή απλά ενός διαμερίσματος, των ζωτικών λειτουργιών ενός ή πολλών που πάσχουν από την ίδια ασθένεια, των «τιμών» ενός περιβάλλοντος ή περισσοτέρων, την παρακολούθηση ενός κοπαδιού από πρόβατα ή μακρινών μελισσιών. Σκεφθείτε ότι σε 11 δισεκατομμύρια εκτιμάται ήδη ο αριθμός των διασυνδεμένων «αντικειμένων» και αναμένεται μέχρι το 2020 να ξεπεράσει τα 20 δισ. Όπως σημειώστε και ότι 30.000 Λευκορώσοι, που «μιλούν» την παγκόσμια γλώσσα του προγραμματισμού, εργάζονται ήδη από τα κομπιούτερ τους (και μάλιστα με εντυπωσιακούς μισθούς) διασυνδεδεμένοι με πρότζεκτ ή εταιρίες – κυρίως Υγείας – εκτός Λευκορωσίας.

Φανταστείτε και πάλι αυτή η παγκόσμια γνώση και δημιουργικότητα, που τώρα είναι διασκορπισμένες να κυλούν σε ένα (δια)δίκτυο και να συμπληρώνονται από τη δημιουργικότητα και τις ιδέες χρηστών από κάθε γωνιά του κόσμου. Μπροστά την οθόνη τους.

Μιλάμε για προβλέψεις εδώ; Καθόλου. Μιλάμε για το μέλλον. Το σχετικά άμεσο μέλλον. Και για τα αυτόνομα αυτοκίνητα, τα οποία, σύμφωνα με προβλέψεις, θα αντικαταστήσουν και τα ΙΧ μας κάπου σε δέκα χρόνια. Και για την «μίνι ατμόσφαιρα» στο σπίτι μας, που θα μπορεί να ελέγχεται μέσω του IoT. Ή για τις ζωτικές μας λειτουργίες, που θα μπορούν να ελεγχθούν μέσω μιας «σύναψης» και μιας εύχρηστης διεπαφής (όπως λέμε στα ελληνικά το interface, ήτοι μια λειτουργική επιφάνεια εργασίας στην οποία όλα απεικονίζονται και τροποποιούνται από το δικό μας χέρι). Μιλάμε για ένα μέλλον που θα προβλέπει διαφορετικό ρόλο, φερ’ ειπείν, για το γιατρό ή διαφορετικές, ψηφιακές, λύσεις για τη βελτίωση του Περιβάλλοντος.
Αρχίσαμε έτσι για να συστήσουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο πίσω από αυτό το μέλλον. Έναν Έλληνα, που πλέον ανήκει – τύποις – στη Διασπορά, αλλά χάρη σε όσα έζησε και πάλεψε από την γενέτειρά του, λίγο έξω από την Ηγουμενίτσα, μέσα από σπουδές και ένα επιχειρηματικό δαιμόνιο κατάφερε να τα μετατρέψει σε τίτλους (όπως δρ.), σε επιχείρηση του μέλλοντος (όπως Netronix) και σε όραμα. Έτσι μπορεί να μιλάει για «Τέταρτη βιομηχανική επανάσταση», που μπορεί να μην νιώθουμε ακόμη όλοι τους κραδασμούς της μέσα από το IoT, το Ιντερνετ των Πραγμάτων. Το οποίο, για την αμερικανική και παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα σε αυτόν τον τομέα, έχει όνομα: δρ. Βασίλειος Νάσης. Ή, απλά, Βασίλης. Ή, για την οικογένειά του (από μικρός), Μπίλι.
Ύστερα από την πρώτη χειραψία με τον δρ. Νάση ας βουτήξουμε στα οράματά του και στην όχι και τόσο εύκολη ζωή του, όσο να γίνει αυτή η υπολογίσιμη Δύναμη που όχι μόνον χτίζει κομμάτι κομμάτι το μέλλον, αλλά και μιλάει για αυτό, σε διαλέξεις παντού. Όπως αυτές που τον έφεραν – υπό την αιγίδα της Πρεσβείας των ΗΠΑ – στη Θεσσαλονίκη (22 Απριλίου) και στην Αθήνα (25 Απριλίου), στο πλαίσιο του Athens Science Festival 2018 στην Τεχνόπολη. Όπου μόνον ακαδημαϊκά δεν θα μιλήσει. Αντιθέτως, θα «δει» μαζί μας τις δυνατότητες που προσφέρει και στην Ελλάδα – της κρίσης ή μη – αυτή η Τέταρτη βιομηχανική επανάσταση (αν η Πρώτη ήταν με τον ατμό, το 1784, η Δεύτερη το 1870 με την ηλεκτρική ενέργεια και η Τρίτη το 1954, με την κατασκευή του πρώτου τρανζίστορ πυριτίου ή κρυσταλλοτριόδου ελληνιστί, βάση για τα καλούδια της ηλεκτρονικής εποχής). Πόσους, δηλαδή, δημιουργικούς και επιχειρηματικούς δρόμους προσφέρει σε νέους (ή μη) που μπορούν να μάθουν την παγκόσμια γλώσσα του προγραμματισμού και από τον υπολογιστή τους να αλλάξουν και τον κόσμο και τη μοίρα τους.

Οράματα, είπαμε. Ας ξεκινήσουμε με το δικό του όραμα και αρχή. Που ανήκει στον Βενιαμίν Φραγκλίνο: Do Well by Doing Good. Με δυο λόγια, να ευημερείς πράττοντας το Καλό. «Μπορείς να είσαι επιχειρηματίας και να τα πηγαίνεις καλά, κάνοντας καλό την ίδια στιγμή στην κοινωνία. Είτε λύνοντας προβλήματα, είτε προσφέροντας θέσεις εργασίας», μου το εξηγεί. Αυτό, λέει, είναι κανόνας του στην ζωή. Και το λέει με ζέση. «Αυτό το διδάχτηκα ουσιαστικά στην Αμερική, όταν μου επιτράπηκε να δω από κοντά πώς δουλεύουν επιχειρηματίες που θεωρούνται παραδείγματα προς μίμηση. Ερχόμενος από την Ελλάδα, όπου η επιχειρηματικότητα θεωρείται σχεδόν κακούργημα και όποιος πάει καλά θεωρείται ότι έχει πατήσει επί πτωμάτων, είδα εκεί ότι δεν υπάρχει αλήθεια σε αυτή την αντίληψη». Και το έκανε μότο του.

Ας πάμε τώρα πίσω, στον Οκτώβριο του 1978, στο μικρό Ράγιον, δέκα χιλιόμετρα έξω από την Ηγουμενίτσα, όταν ο οικοδόμος πατέρας του και η νοικοκυρά μητέρα του πρωτοκράτησαν στα χέρια τον Βασίλη (μετά από τις δύο μεγαλύτερες αδελφές του, που η μία έχει ακολουθήσει το δρόμο της Λογιστικής και η άλλη του Δημοσίου). Η ευστροφία. Αυτό ήταν που του έδωσε το πρώτο ερέθισμα. Η ευστροφία και ο πειραματισμός. Ακόμη και στην οικοδομή, όπου δούλευε τα καλοκαίρια με τον πατέρα του. Λάτρη της τεχνολογίας κι ας ήταν απόφοιτος Δημοτικού. Αυτοδίδακτος. Που έμαθε ακόμη και αγγλικά, διαβάζοντας βιβλία.
Σιγά σιγά. Α, και ραδιοερασιτέχνης. «Το έμαθε για να μπορεί να μιλήσει μέσω ασυρμάτου με τα αδέλφια του στην Αμερική. Στα 10 απέκτησα αυτό το χόμπι του. Την ώρα που οι άλλοι πήγαιναν για ποδόσφαιρο, εγώ μάθαινα σήματα Μορς. Στα 12 κατάφερα να φτιάξω στο δωμάτιό μου έναν διακόπτη που έσβηνε όταν χτυπούσα παλαμάκια. Κάπως έτσι μπόρεσα να προσθέσω γνώση και στον πατέρα μου, τον οποίο βοήθησε στα ηλεκτρονικά και ένας φίλος του, ο Παύλος Ανδρέου, ειδικά στα ηλεκτρονικά. Όπως και το περιοδικό «Τεχνική Εκλογή», που μαζεύαμε όλα τα τεύχη κι εγώ έφτιαχνα τα μικρά κυκλώματα που πρότεινε το περιοδικό. Ή και μαζί. Ακόμη και σήμερα, στα 68 του, όταν γύρισα πρόσφατα στην Ελλάδα ξενυχτούσαμε μαζί μέχρι να μάθει να χειρίζεται ένα drone».

Το χόμπι του; Όχι. Η κινητήρια δύναμη του. «Όταν πήγα στην Αμερική για να σπουδάσω, πήγα στην πραγματικότητα για να μάθω περισσότερα για το χόμπι μου. Ακόμη και σήμερα δεν θεωρώ ότι δουλεύω. Θεωρώ ότι το χόμπι μου είναι τρόπος ζωής. Και κατάφερα το χόμπι μου να μου προσφέρει τα προς το ζην. Και 10 δισ. να μου έδινε κάποιος για να εξαγοράσει την εταιρία μου, την επόμενη μέρα εγώ θα έκανα ξανά το ίδιο».

Στις αρχές του ’90, όταν πια ως νέος «ηλεκτρονικός» ο Βασίλης Νάσης είχε ανακαλύψει και τις… χάρες του χάκινγκ, πριν καν την κινητή τηλεφωνία στην Ελλάδα, όταν τα ραδιοταξί λειτουργούσαν με – παράνομους για την εποχή – ασυρμάτους, έφτιαξε μια συσκευή στην Κέρκυρα, που συνδυάζοντας το (σταθερό) τηλέφωνο, τα VHF και τον ασύρματο μπορούσε να καλέσει ταξί. «Είχα δηλαδή κινητό τηλέφωνο μέσα από ένα σταθερό».

Ήταν η εποχή που έδωσε Πανελλήνιες, «εντελώς απροετοίμαστος. Και απέτυχα παταγωδώς. Άλλωστε διάβαζα διαφορετικά από ότι ήθελε το εκπαιδευτικό σύστημα. Το θέμα μου δεν ήταν πώς να λύσω ένα πρόβλημα με τον τρόπο που ζητούσε το σύστημα, αλλά να καταλάβω την θεωρία τόσο που να μπορέσω να το λύσω με τρόπο εντελώς διαφορετικό. Από τη μια δεν με ενδιέφερε οποιαδήποτε Σχολή, αλλά μια τεχνολογική σχολή. Όπως και η Σχολή Ικάρων. Ήθελα από τη μια να γίνω ηλεκτρολόγος μηχανικός και από την άλλη πιλότος. Ίσως με επηρέασε το «Τοπ Γκαν», ίσως τα Ίμια, ίσως ο πατέρας μου. Που ήθελε να βγάλει δίπλωμα στην Αερολέσχη Κέρκυρας, αλλά δεν του το έδωσαν διότι δεν είχε απολυτήριο Γυμνασίου. Τελικά τα κατάφερα και τα δύο: Και είμαι μηχανικός και πετάω αεροπλάνα». Γελάει.

Η μητέρα του επέμενε να ξαναδώσει Πανελλήνιες. Και τον προέτρεπε να σπουδάσει – πρώτος από την οικογένειά τους. Ό,τι είχαν και δεν είχαν, το έβαλαν σε αυτό τον σκοπό. «Όταν έφτασα στην Αμερική, ούτε αγγλικά δεν μιλούσα και είχα μόνον μια τουριστική βίζα. Άλλωστε δεν σκόπευα να φύγω από την Ελλάδα. Τα δύο πρώτα χρόνια ασχολήθηκα με τα αγγλικά. Και στα μαθήματα, όπως στη Χημεία, αποτύπωνα σαν ζωγραφική ότι έγραφε ο καθηγητής στον πίνακα και έπειτα, στο σπίτι, επί ώρες προσπαθούσα να τα αποκωδικοποιήσω. Το πάθος που είχα ήταν απίστευτο. Ερωτεύτηκα το Πανεπιστήμιο. Το καλοκαίρι που ερχόμουν στην Ελλάδα, περίμενα πώς και πώς να γυρίσω.

Ως πρωτοετής, στην Φιλαδέλφεια – την οποία διάλεξε διότι ήταν… πιο κοντά στην Ελλάδα και έχει όνομα ελληνικό και δη με νόημα, λέει – γνώρισε τρεις αστροναύτες, απόφοιτους του καλύτερου ιδρύματος για την μηχανολογία στην Αμερική, του Πανεπιστημίου του Drexel (σ.σ.: όπου σπούδασε και απ’ όπου έλαβε πτυχία B.Sc, M.Sc και Ph.D στο πρόγραμμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών Υπολογιστών και από το 2008 έγινε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας). Όπως γνώρισε και τον πρύτανη Κωνσταντίνο Παπαδάκη, έναν Κρητικό – μου λέει – «που δεν μιλούσε σχεδόν ούτε καλά ελληνικά, ούτε καλά αγγλικά, όπως εγώ.
Γνωρίζοντας αυτούς τους ανθρώπους και βλέποντας πώς σκέφτονται και πώς τα κατάφεραν αυτά που κατάφεραν, είπα: Κι εγώ μπορώ να είμαι σαν αυτούς».

Με τους βαθμούς στο άριστα μάλιστα κατέκτησε και την υποτροφία. Και ξεκινώντας την πρακτική του παράλληλα με τις σπουδές (κάτι που συνηθίζει το Drexel) έφτασε να γίνει περιζήτητος. Πρώτα από την Marconi Mobile και την Marconi Networks. Έπειτα από την Motorola, που του προσέφεραν και μόνιμη δουλειά, αεροπορικά εισιτήρια μπίζνες, λιμουζίνα, κατάλυμα και έναν γενναίο μισθό (αρχικά 75.000 το χρόνο). Όταν ρώτησε τι είδαν στο βιογραφικό του και τον πήραν αρχικά, η απάντηση ήταν: «Είδαμε ότι δούλευες σε οικοδομές. Που σημαίνει ότι δεν φοβάσαι να λερώσεις τα χέρια σου. Χώρια ότι η οικοδομή χρειάζεται και κάποια ευστροφία». Τόσο απλά. Εντάξει, είχε στήσει και μία εφαρμογή που εξοικονόμησε στην Marconi 100.000 δολάρια το χρόνο.

Εκεί, πάντως, έμαθε και κάτι ακόμη, που το κράτησε σαν γνώμονα και στην δική του εταιρεία: «Δεν προσλαμβάνουν τον μαθητή του απόλυτου 20, διότι αυτός δεν έχει μάθει πώς να αντιμετωπίζει την αποτυχία». Και πάνω που πήγε να απολαύσει το ματαιόδοξο τρίλημμα, τι να διαλέξω Audi, Porsche ή Mercedes SLK, «ο Μπιν Λάντεν είχε διαφορετικά σχέδια. Η τάξη μου ήταν η πρώτη που τελείωσε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Μπήκαμε στα χρόνια που αν είχες έστω και ελάχιστα διαφορετική προφορά σε έβλεπαν σαν εχθρό στην Αμερική. Χώρια η μεγάλη κρίση που ακολούθησε. Με απολύσεις. Πολλές. Έτσι, απλά πήρα το πτυχίο και, ευτυχώς, το Πανεπιστήμιο μου είχε προτείνει να συνεχίσω με μάστερ.

Συνεχίζει την αφήγηση ο συνομιλητής μας:
«Άρχισαν και οι επιχειρηματικές ανησυχίες. Γνωρίζοντας πως πολλά εκατομμύρια Έλληνες βρίσκονται εκτός Ελλάδας και έστελναν φωτογραφίες στους συγγενείς τους και το αντίθετο, μια μέρα μου ήρθε η επιφοίτηση και είπα στον ξάδελφό μου Κώστα Νάση: γιατί δεν στήνουμε ένα σύστημα όπου οι φωτογραφίες να στέλνονται ηλεκτρονικά και να τυπώνονται στην Ελλάδα και έτσι να γλιτώνουν και χρόνο και ταχυδρομικά; Πέρα από ότι μπορούν μαζί με αυτές να στέλνουν και τα σχόλιά τους.

Έτσι γεννήθηκε η Fotomax, ένα σύστημα διαμοίρασης φωτογραφιών, κάτι σαν ένα πρώιμο Facebook. Εκεί μάθαμε πώς να φτιάχνουμε interfaces (διεπαφές) προσιτά στον χρήστη, συν τα clouds. Όμως δεν υπολογίσαμε ότι στην Ελλάδα το Ίντερνετ μόνον γρήγορο δεν ήταν. Και φτάσαμε να χρεωθούμε. Έτσι τελειώνω το μάστερ και ακούω τους καθηγητές μου να συνεχίσω με διδακτορικό, με θέμα μία κάμερα 1 pixel που αλλάζει όλη την φιλοσοφία της ψηφιακής εικόνας. Σχέδιο που χρηματοδοτήθηκε και από το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας».

Κάπου εκεί, το 2006, μπαίνει στην ιστορία του δρα. (πλέον) Βασίλειου Νάση η ιδιαίτερη πατρίδα του. Για την ακρίβεια η Νομαρχία Θεσπρωτίας. Που τον προτρέπει να συμμετάσχει στον ανοικτό διαγωνισμό για ένα πρότζεκτ παρακολούθησης των υδάτων του ποταμού Καλαμά. Στην αρχαιότητα, Θύαμι. Και κερδίζει τον διαγωνισμό, εξασφαλίζοντας τους πρώτους πόρους για την εταιρία του, την Netronix Inc.

Αν και τελικά έχασε αρκετά, εκεί γεννήθηκαν δύο στοιχεία που έπλασαν το μέλλον του. Και το μέλλον αυτού που λέμε Ιντερνετ των Πραγμάτων (IoT). Ο Thyamis, το γκάτζετ που συνέδεε τους αισθητήρες μέτρησης στον ποταμό Θύαμι / Καλαμά με το Διαδίκτυο – «ένας αντάπτορας που τους κάνει συμβατούς με οποιαδήποτε άλλη συσκευή», όπως μου εξηγεί – και ο Acheron (Αχέρων), το cloud όπου αποθηκεύονταν οι πληροφορίες προτού καταλήξουν στο εύχρηστο interface. «Φαντάσου, εκείνη τη στιγμή ο ποταμός Καλαμάς είχε το πιο προχωρημένο σύστημα μετρήσεων και μεταφοράς δεδομένων στον κόσμο!»
«Να που το χόμπι μπορεί να μετατραπεί σε μια σημαντική επανάσταση. Παντού. Από τον καθένα. Και από τον Έλληνα νέο. Πάνω από όλα σε αυτό πιστεύω: στον Έλληνα», λέει ο καθηγητής

Όχι ότι δεν γνώρισε την χλεύη και την γκρίνια από τους «αντιπάλους» του στον διαγωνισμό. Όχι ότι δεν τους είπαν πως το ελληνικό σύστημα θέλει επαφές με τους τοπικούς άρχοντες. «Σκέψου, είμαι δέκα χρόνια επιχειρηματίας στην Αμερική και τον δήμαρχο της Φιλαδέλφειας δεν τον έχω καν γνωρίσει», μου ζωγραφίζει την αντιδιαστολή. Όπως μου λέει πως εκεί δεν μπορείς να πάρεις ούτε 40.000 από το κράτος για να ξεκινήσεις κάτι, όπως συμβαίνει στην ημεδαπή. «Αν εκμεταλλευόμασταν σωστά στην Ελλάδα αυτή την διαφορετική ευκαιρία, τότε οι startup εταιρείες θα ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια».

Η Netronix, την οποία μετέφερε το 2008 στην Αμερική καθώς εδώ δεν μπορούσε να πάρει καν ο ίδιος επιχορήγηση, μια και δεν είχε κάνει στρατιωτική θητεία, αναπτύσσεται – λέει – δίχως επενδυτές ουσιαστικά. Αυτό και επειδή ουσιαστικά είναι στην Δυτική Ακτή των ΗΠΑ και δεν έχει πάει με το ρεύμα, στην Silicon Valley. Η Netronix από το 2010 ξεκίνησε τις πωλήσεις. Πρωτοπόρος του Ιντερνετ των Πραγμάτων, με το γκάτζετ Thyamis που φέρει το όνομα του ηπειρώτη ποταμού (από το αρχαίο θύω, που σημαίνει και εφορμώ). «Στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση που είναι το IoT είναι σαν να είμαστε ακόμη στο ’70, που άρχιζαν να κυκλοφορούν τα πρώτα PC», μου λέει.

Ξεκίνησε τις πωλήσεις, αλλά ουσιαστικά η δουλειά του δρα Βασίλειου Νάση χρηματοδοτούσε αρχικά την εταιρεία. Ακόμη και η έδρα της Netronix ήταν στο διαμέρισμά του. Ένας όροφος. «Περάσαμε δύσκολα στην αρχή», παραδέχεται. Να όμως που το μέλλον ήρθε πιο γοργά απ’ ό,τι το περίμενε. Και ήρθε και τζίρος 10 εκατ. δολαρίων. Κι έπειτα παραπάνω. Και προόδευσε επιχειρηματικά η Netronix Inc. Και γέννησε και την Netronix Venture, που δίνει ευκαιρίες σε νέες ιδέες και σε startups, που η τεχνολογία τους είναι βασισμένη στην δική τους.

Στα 39 του, επιτυχημένος σε πολλά επίπεδα πλέον, αποτιμά και προτείνει: «Να που το χόμπι μπορεί να μετατραπεί σε μια σημαντική επανάσταση. Παντού. Από τον καθένα. Και από τον Έλληνα νέο. Πάνω από όλα σε αυτό πιστεύω στον Έλληνα. Που μπορεί να μάθει προγραμματισμό, όπως μαθαίνει ξένες γλώσσες. Δεν πηγαίνει στο πανεπιστήμιο για να μάθει ξένες γλώσσες. Και αυτό μαζί με τις ιδέες του να το αξιοποιήσει για να βρει αυτομάτως δουλειά. Βλέπω ένα σύννεφο μελαγχολίας. Μια δυσπιστία ότι μπορούν να γίνουν πράγματα. Η κατάσταση της Ελλάδας είναι εντελώς αναστρέψιμη, πιστεύω. Μέσα σε μία πενταετία. Αρκεί να υπάρξουν ερεθίσματα, που ακόμη είναι λίγα. Ελάχιστα. Αν υπάρξουν, μπορεί να γίνει μια Silicon Valley. Να γεμίσει startups. Αυτή η αλλαγή, αν την κάνουμε, θα φέρει και πολιτική αλλαγή. Προσωπικά, πιστεύω σε ένα πιο λαμπρό μέλλον». Και στο μότο του: να ευημερείς, πράττοντας το Καλό.

Ο δρ. Βασίλειος Νάσης θα μιλήσει με θέμα «IoT: Η εξέλιξη μιας νέας βιομηχανικής επανάστασης», την Τετάρτη 25 Απριλίου, στις 20:00, στο πλαίσιο του Athens Science Festival 2018, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, με την υποστήριξη της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα.
Το φεστιβάλ οργανώνουν ο εκπαιδευτικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός «Επιστήμη Επικοινωνία – SciCo», το Βρετανικό Συμβούλιο, η Τεχνόπολη, ο Σύνδεσμος Υποτρόφων του Ιδρύματος Ωνάση, η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας σε συνεργασία με πλήθος ακαδημαϊκών, ερευνητικών φορέων και εκπαιδευτικών οργανισμών.
.

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης

 

http://thesprotia-news.blogspot.gr/2018/04/blog-post_23.html